Άστεγη και άφραγκη στη Νέα Υόρκη, η Ντίνα αρχίζει να γράφει το ‘Μεμουάρ’ της – όχι για να καταγράψει τη ζωή της, αλλά για να την καταλάβει. Καθώς ταξιδεύει μπρος-πίσω στον χρόνο, ξεδιπλώνονται οι στιγμές που την όρισαν: οι αποτυχίες, οι μικρές νίκες, οι σχέσεις που την έφτιαξαν και την πληγώσαν. Με κάθε λέξη, όσα τη φόβιζαν ή την πονούσαν αρχίζουν να αλλάζουν. Γιατί η ζωή, όπως μαθαίνει, είναι κολύμπι σε ελεύθερο στυλ – άλλοτε με το κύμα, άλλοτε κόντρα. Και λίγο νεράκι να καταπιείς, δεν πειράζει.
English Version Below:
Homeless and penniless in New York City, Dina begins writing her ‘Memoir’ – not to record her life, but to understand it. As she moves back and forth in time, the moments that shaped her unfold: the failures, the small victories, the relationships that built her and broke her. With every word, what once scared or hurt her begins to shift. Because life, as she learns, is freestyle swimming – sometimes with the wave, sometimes against it. And if you swallow a little water, it’s okay.
Προοίμιο
Το λοιπόν, όταν ξεκίνησα να γράφω τις ιστορίες μου, καθόμουν σ’ένα παγκάκι στο Σέντραλ Παρκ και έβλεπα τις παπίτσες και τα σκιουράκια και έτρωγα χοτ ντογκ που ο θεός να το έκανε κρέας αγελάδας. Μπορεί να’ ταν και αρουραίος. Έχουνε πολλούς εκεί. Τρέχανε οι μουστάρδες και οι κέτσαπ στα δάκτυλα, λέκιασα και το παλτό, ξανθά παιδάκια βάζαν τα καραβάκια τους στη λιμνούλα και εγώ ήμουν άστεγη και άφραγκη και κράταγα τα δάκρυα, όμηρους στα μάτια, μη με δουν οι Νεοϋορκέζες μάνες.
Πως έφτασα μέχρι εδώ; Λυπήθηκα τον εαυτό μου.
Βγάζω το τετράδιο και αρχίζω να γράφω:
Γεια και χαρά είμαι η Ντίνα, προφανώς απ’ το Κωνσταντίνα. Κληρονομιά το όνομα απ’ τον παππού τον Κωνσταντίνο που ήταν ποιητής και γλύπτης αλλά γέννησε τη μάνα μου την ακαμάτρα που ενώ τα θέλε τα γράμματα δεν καταλάβαινε τη τέχνη καθόλου και πολύ τον πίκρανε. Παντρεύτηκε όμως τον πατέρα μου τον γιατρό, πνευμονολόγο, που έπαιζε κλασικό βιολί και πρέπει να χάρηκε.
Για να εξηγούμαι και να μη παρεξηγούμαι έχω θέμα εγώ γενικότερα και πηδάω απ’ το ένα θέμα στ’ άλλο. Άμα ζαλίζεσαι ασ’ το μην διαβάζεις για να μη το κουράζουμε δηλαδή. Θα έχεις και εσύ τα δίκια σου. Μου κάνανε και διάγνωση στο πανεπιστήμιο, μεγάλη πια ήμουν: διάσπαση προσοχής και υπερκινητικότητας αλλά να σου πω εγώ τι γίνεται: είχα τόσο γεμάτη ζωή που οι μνήμες και οι στιγμές ξεχειλίζουν, πανάκι απ’ τη μια, σκουπίτσα απ’ την άλλη τα συμμαζεύω λίγο. Όλα όμως θέλω να τα πω. Βρε όλα άξια λόγου είναι, απ’ το πρωινό κατούρημα μέχρι τα σ ’αγαπώ με δάκρυα. Άκου με και εμένα, όχι ότι είμαι κάτι το φοβερό. Μια Ντίνα είμαι, κοντά στα τριάντα-πέντε.
Αλλά πόσο μ’ αρέσει να λέω ιστορίες… γιατί όταν τις αφηγούμαι είναι σα να κοιτώ τη ζωή μου από ψηλά και σαν ο φόβος και ο θυμός να ξεθυμαίνουν και λέω βρε τι ωραία ζωή, μόνο αγάπη.
Και ο Παυλάκης, ο φίλος μου, που πολύ τον αγαπώ μου το έλεγε εδώ και χρόνια, γράψε ρε Ντίνα ένα Μεμουάρ, τα λες τόσο ωραία. Ποια μωρέ εγώ; Η ανορθόγραφη;
Σιγά μου ‘πε ο Παυλάκης, χέστηκε η φοράδα στο αλώνι, δε χάθηκε δα και ο κόσμος άμα είσαι και λίγο ανορθόγραφη, οι επιμελητές και οι εκδότες θα τα σενιάρουν αυτά.
Ναι, ναι έτσι είπε ο Παυλάκης.
Τώρα ποια είμαι εγώ να γράψω και μεμουάρ, ο θεός και η ψυχή μου. Κολλάνε και τα δάκτυλα απ’ τη κέτσαπ. Αλλά το σκέφτηκα το πράγμα, μπας και όλοι μας σημαντικοί δεν είμαστε; Βρε όλοι κάτι έχουμε να μοιραστούμε. Οπότε αγόρασα αυτό το τετράδιο το ωραίο από δέρμα και κορδόνι να το δένω γύρω-γύρω για να γράφω για ’μένα και τους ανθρώπους που συνάντησα, έτσι ανακατωμένα.
Έτσι ξεκίνησε όλο αυτό και να σου πω αυτό με έσωσε κιόλας γιατί εκεί που τα έγραφα όλα αυτά, σα να γαλήνευε το μέσα μου, και θυμάμαι κοίταξα γύρω μου, ο κόσμος ο πολύς είχε φύγει. Ψηλά κοίταξα τότε τον ουρανό και είδα τα χρυσοκίτρινα σύννεφα και τότε το κατάλαβα ότι η ώρα του δειλινού έχει μια αύρα σαν υπόσχεση γλυκιά. «Όλα καλά Ντίνα» σα να μου έλεγε ο ουρανός που μωβίζε και ντύνονταν σε νύχτα «όλα καλά». Αύριο πάλι, να χτίσεις να θερίσεις. Τότε κατάλαβα ότι όλα σου μιλούν άμα τα ακούσεις, οι γάτες τα πουλιά, η κουφόβραση που κολλά στο δέρμα, τα δέντρα που θροΐζουν στον αέρα. Ένα ταξίδι. Μια ιστορία είναι όλα.
Excerpt
When I started writing my stories, I was sitting on a bench in Central Park, watching ducks and squirrels and eating a hot dog that barely qualified as beef. Mustard and ketchup dripped onto my coat while blond kids launched toy boats into the pond. I was broke, trying not to cry in public.
How did I get here? I felt sorry for myself.
I pulled out my notebook and wrote:
Hi, I’m Dina—short for Konstantina. I was named after my grandfather Konstantinos, a poet and sculptor. He had high standards. My mother loved books but had no patience for art; that disappointed him. She married my father, a pulmonologist who played classical violin. Maybe that helped.
I jump from topic to topic. If that’s not your thing, you can stop reading. I was diagnosed with ADHD at university—late, but still. My mind fills quickly. Memories overlap. I write to sort them. I want to say everything, from the mundane to the sentimental. I’m not special. Just Dina. Mid-thirties.
I like telling stories because they give me distance. When I narrate my life, it feels organized. Manageable.
My friend Pavlakis has been telling me for years, “Write a memoir. You tell things well.”
Me? With my spelling?
“Editors exist,” he said.
Fair point.
Who am I to write a memoir? No one in particular. My fingers were still sticky from ketchup when I decided that everyone probably has something to say. I bought a notebook with a leather cover and a string to tie it shut. I started writing about myself and the people I met.
That’s how it began. Writing gave structure to the day. By the time I looked up, the park had thinned out. The sky had shifted toward evening. It felt calm. Not transcendent—just steady. I went home and came back the next day.
Everything can be a story if you pay attention.